ΜΕΝΟΥ
Το καλάθι σας

Αγάπησέ με (εμπνευσμένο από τη ζωή του Αγίου των λεπρών στη Σπιναλόγκα)

Αγάπησέ με (εμπνευσμένο από τη ζωή του Αγίου των λεπρών στη Σπιναλόγκα)
New
Αγάπησέ με (εμπνευσμένο από τη ζωή του Αγίου των λεπρών στη Σπιναλόγκα)


ΑΓΑΠΗΣΕ ΜΕ

Eμπνευσμένο από τη ζωή του «Αγίου των λεπρών» στη Σπιναλόγκα


Συγγραφέας: Παστουρματζή Μαρία


ISBN: 978-960-9550-89-5
Μαλακό εξώφυλλο
Εκδοτικός οίκος: ΕΝ ΠΛΩ
Διαστάσεις: 14Χ21
Αριθμός σελίδων: 362

Το σκήνωμά του το σκεπάσαν μύρα κι ασπασμοί. Κι οι χρόνοι που περάσανε σκεπάσανε τη μνήμη του.


Η Σπιναλόγκα που αγάπησε έγινε αξιοθέατο...

Μα το βουβό θυσιαστήριο του Αη-Παντελεήμονα κράτησε μέσα του, όπως τα ιερά απομεινάρια των μαρτύρων που το στέριωσαν, το δάκρυ του. Το φύλαξε βαθιά στα σπλάγχνα του να ανακράζει «μνήσθητι!»...

Ο π. Χρύσανθος Κατσουλογιαννάκης υπήρξε ο τελευταίος ιερέας της Σπιναλόγκας. Γεννήθηκε το 1893 και εκάρη μοναχός το 1911 στην Ι. Μ. Τοπλού Σητείας. Αργότερα πήγε στην Ι. Μ. Φανερωμένης Ιεράπετρας. Από εκεί έφυγε για τη Σπιναλόγκα εθελοντικά το 1947, όπου και διακόνησε το νησί μέχρι το κλείσιμο του λεπροκομείου το 1957. Παρέμεινε στη Σπιναλόγκα μόνος του για μια πενταετία για να φροντίζει τους τάφους των λεπρών και να τελεί τρισάγιο. Επέστρεψε στη Ι. Μ. Τοπλού για λόγους υγείας. Κοιμήθηκε το 1972. Είχε δικαίως τη φήμη αγίου.

Ο Επαμεινώνδας Ρεμουνδάκης, ο επανομαζόμενος και «αρχάγγελος της Σπιναλόγκας», είναι το δεύτερο υπαρκτό πρόσωπο του μυθιστορήματος.

Mέσα από τη μυθοπλασία, η Μαρία Παστουρματζή ζωντανεύει τα ατελείωτα «πάθια» και τους «καημούς» των κατοίκων της Σπιναλόγκας και ζωγραφίζει τη μόνη δύναμη που νικά τον ανθρώπινο πόνο: την Αγάπη που ανεβαίνει ως τον σταυρό.


 



δουλειές. Στραφτάλιζε σαν ακριβό πετράδι κάτω από
το φως· τίποτα μες στην ομορφιά που τη στεφάνωνε δε
μαρτυρούσε τις κραυγές και τις κατάρες του που
σταυρώναν στον αέρα της.
«θυμήσου, Κύριε, τη Σπιναλόγκα, τη δική Σου γη»
δεήθηκε θαρρείς και πάσχιζε να πείσει τον θεό του να
βιαστεί εκεί.
Ύστερα άνοιξε τα χέρια του κι απόμεινε ασάλευτος,
σαν όρθιο κερί.
Ο ρυθμικός σκοπός του τάλαντου, που έσπασε τη
σιωπή του πρωινού, διέκοψε και τις δικές του προσευ-
χές. Έκανε το σταυρό του ευλαβικά και βγήκε απ’ το
κελάκι του.
Κάτω οι αδελφοί συνάζονταν στην τράπεζα μετά τη
λίγη ανάπαυση που ακολουθούσε υποχρεωτικά την
παννυχίδα τους και που ο ίδιος του την έκαμε και πάλι
προσευχή.
Στην πόρτα της τραπεζαρίας τον περίμενε ο ηγού-
μενος διονύσιος.
«Καλή σου μέρα, πάτερ Χρύσανθε! Βλέπω και πάλι
δεν κοιμήθηκες!», χαιρέτησε ρίχνοντας συμπαθητικά
μια εξεταστική ματιά στο κουρασμένο πρόσωπο του
ασκητή.
Ο παπα-Χρύσανθος έβαλε μια βαθιά μετάνοια
γεμάτη υποταγή.
«Συμπάθα με, άγιε γέροντα. δε νύσταζα ο ταλαί-
πωρος».
Ο ηγούμενος του χαμογέλασε. Σήκωσε το δεξί του
χέρι να τον ευλογήσει μα δεν πρόφτασε.
Μια λαχανιαστή ανθρώπινη ανάσα τους διέκοψε.
~10~
MAKETA AGAPHSE ME.qxp_Layout 1 10/11/16 3:13 μ.μ. Page 10


Μέσα στο λίγο φως ξεκρίνανε τη γνώριμη φιγούρα του
άντρα που πλησίαζε.
«Μάρκο!», αναφώνησε ο ηγούμενος. «Τι έγινε, παι-
δάκι μου, κι ανέβηκες στο μοναστήρι αξημέρωτα;».
Ο άλλος άφησε το κοφίνι που τον βάρυνε στη γη.
Έβαλε μια βαθιά μετάνοια στο γέροντα διονύσιο.
Ύστερα ζύγωσε με λαχτάρα τον πατέρα Χρύσανθο.
Άδραξε το κοκκαλιασμένο χέρι του, μισοκρυμμένο μες
στο ράσο, και το φίλησε ζεστά.
«Μη σκιάζεσαι άγιε γέροντα! δεν ήρθα για κακό!
Ξύπνησα αχάραγα, αν έκλεισα καθόλου μάτι σήμερα,
να φέρω το πεσκέσι μου στη Μεγαλόχαρη, που με
σπλαγχνίστηκε τον δύστυχο».
Τα μικρά μάτια του βουρκώσανε.
«Αρραβωνιάζω το κορίτσι μου, την Κασσιανούλα
μας», φώναξε και τα συγκρατημένα δάκρυα χυθήκανε
στο πρόσωπο.
«Σώπα, ευλογημένε!», αναφώνησε ο ηγούμενος.
«Και σε μας τόσο καιρό δεν είπες πράμα, ε;».
«Τι να πω άγιε γέροντα; Τι να πω; Σάμπως το ήξε-
ρα κι εγώ; Αχ!», αναστέναξε ο ψαράς σηκώνοντας τους
ώμους του. «Αλλάζουν οι καιροί, παππούλη μου.
Κάποτε τα κοπέλια περιμένανε τον κύρη να τους βρει
το ταίρι τους. Τώρα το βρίσκουν μόνα τους. Πράμα δεν
ήξερα ο ταλαίπωρος. Στάθηκε ένα μεσημέρι η Κασσια-
νή αντίκρυ μου, κόκκινη σαν την παπαρούνα, με τα
μάτια καρφωμένα χάμου και μου το ξεφούρνισε. “Να
δώκω” λέει “την ευχή μου” να ̓ρθει να τη ζητήσει ο
Σήφης από την Ελούντα, του κυρ-Ανέστη. Άκου να
δεις! Εγώ έμεινα ξερός σαν το δεντρί, που κοπανάει
~11~
MAKETA AGAPHSE ME.qxp_Layout 1 10/11/16 3:13 μ.μ. Page 11


κεραυνός. Αγρίεψα. “Ποιος είναι αυτός ο Σήφης;”,
ρώτησα. Μα η Κασσιανούλα μου μου τα εξήγησε όλα
ήσυχα, χαρτί και καλαμάρι, και με μέρεψε.
Τον γνώρισε –λέει– στη βρύση της πλατείας σαν
πήγε αυτός να πιει δροσιά, παραλυμένος απ’ την κού-
ραση. γυρίζει –λέει– συχνά στα μέρη μας να ξεπουλήσει
την πραμάτεια του. Η Κασσιανή μου παραμέρισε πονε-
τικά και συσταζούμενα, όπως έπρεπε. Αλλάξανε ματιές
κι αγαπηθήκανε, όπως εγώ με τη συχωρεμένη τη μητέρα
της», είπε και σφόγγισε ξανά τα μάτια του. «Μα πράμα
δεν την πείραξε! Άξιο παιδί! Με σέβαση! θέλουνε –λέει–
να ευλογήσει ο θεός γρήγορα την αγάπη τους, μην
αμαρτήσουνε στα μάτια Του. Εμ, τι να κάνω κι εγώ,
γέροντα!», αναστέναξε δήθεν μισοκακόμοιρα. «θα μου
το πάρουνε στην Πλάκα το κορίτσι μου. Εκεί φτιάξανε
σπίτι για το Σήφη τους. Μα εγώ τι να ̓καμα. Πήγε κανέ-
νας κόντρα στην αγάπη και την νίκησε;», είπε στυλώ-
νοντας τα αγαθά του μάτια στον πνευματικό του σαν να
ζητούσε επιβεβαίωση πως έπραξε σωστά.
«Όχι, παιδάκι μου. Κι ούτε είναι πρεπούμενο να
πολεμάει την αγάπη άνθρωπος, σαν είναι αληθινή»,
απάντησε γλυκά ο παπα-Χρύσανθος.
Ο Μάρκος χαμογέλασε ευτυχισμένα.
«γι’ αυτό κι εγώ, παππούλη μου, ανέβηκα αξημέ-
ρωτα, να φέρω στη Φανερωμένη το πεσκέσι μου. Εκεί-
νη το παντρεύει το κορίτσι μου! Σε ̓κείνην το ̓ταξα σαν
έφυγε η μάνα της! “Τώρα”, της είπα, “Παναγία μου,
εσύ είσαι η μητέρα της”», είπε και ράγισε ξανά.
Ξεσκέπασε μεμιάς το ψάθινο πανέρι του. δυο-τρία
ψάρια που ακόμα σπαρταρούσαν ξεχειλίσανε στη γη.
~12~
MAKETA AGAPHSE ME.qxp_Layout 1 10/11/16 3:13 μ.μ. Page 12


«Τι είναι αυτά, βρε Μάρκο; τον μάλωσε ο ηγούμε-
νος. Όλη τη θάλασσα μας έφερες; δώσε τα στους φτω-
χούς, παιδάκι μου».
« Έννοια σου, άγιε ηγούμενε, και φρόντισα και τους
φτωχούς. Βλέπεις, με ευλόγησε πολύ η Παντάνασσα.
Όλη τη θάλασσα μου έφερε στα δίχτυα μου!».
Ο παπα-Χρύσανθος κοιτούσε σιωπηλός.
«δε μου λες, Μάρκο», έκανε σιγά, «έμαθες αρκετά
γι’ αυτόν τον Σήφη; Τι άνθρωπος είναι, ποια είναι η
φαμίλια του, ο κύρης του, αν παν στην εκκλησιά»,
ρωτούσε απανωτά μ’ όλη την έγνοια του πατέρα που
ανησυχεί μην κακοπέσει το κορίτσι του.
«Μείνε ήσυχος παππούλη μου!», του χαμογέλασε ο
ψαράς. «Τα ̓μαθα όλα! Τα ξεψάχνισα! Έχω συγγένισ-
σά μου στην Ελούντα που τους ξέρει όλους τους από
παππού μέχρι μωρό πρωτόβγαλτο. Είναι άξιοι άνθρω-
ποι, καλοί. Φτωχοί μα τίμιοι! Ο κύρης του, ο Ανέστης,
έκαμε πέντε επαγγέλματα, για ν’ αναστήσει τη φαμί-
λια του! Τώρα του έλαχε το δυσκολότερο. Είναι μαν-
τατοφόρος –ταχυδρόμος– και τον στέλνουνε στη Σπι-
ναλόγκα με τη βάρκα να πηγαίνει τις γραφές», ανα-
στέναξε. «Τσουβάλια παν τα γράμματα εκεί απ’ τη
μεριά των ζωντανών».
Τα μάτια του πατέρα Χρύσανθου βαθαίνανε από-
τομα. Μια σκιά οδύνης τα διαπέρασε.
«Τι λες;», μουρμούρισε. «Πηγαίνει ο συμπέθερός
σου στη Σπιναλόγκα! Τι γίνεται; Πώς τα περνούν
εκεί;».
«Πώς να περνούνε, γέροντα;», ψιθύρισε μεσ’ απ’ τα
δόντια του ο ψαράς. «Έφτασε και στην Πέτρα το
~13~
MAKETA AGAPHSE ME.qxp_Layout 1 10/11/16 3:13 μ.μ. Page 13


κακό», είπε και κάρφωσε τα μάτια του στη γη.
«Να μου τους φέρεις να τους δω», άλλαξε την κου-
βέντα ο παπα-Χρύσανθος.
«θα ̓ρθουν παππούλη μου, θα ̓ρθουν. Σου είπα,
είναι άνθρωποι καλοί, θεοσεβούμενοι».
Ο ιερέας άκουγε μ’ ευχαρίστηση. Ξάφνου η ματιά
του βάθαινε, στυλώθηκε μακριά.
«Κοίτα να δεις! Νυφούλα η Κασσιανή!», ψιθύρισε
με τρυφερότητα.
Το πρόσωπό του γλύκανε σαν μάνα που κοιτάζει το
παιδί της στα νυφιάτικα.
Ο Μάρκος κοίταξε με αφοσίωση το αλλοιωμένο
εκείνο πρόσωπο.
«Παππούλη μου», μουρμούρισε και άδραξε ξανά
το ισχνό χέρι μες στις χούφτες του.
«Αν δεν ήσουν εσύ...».
Το έφερε στα χείλια του. δάκρυα, ζεστά μεγάλα
δάκρυα γλιστρήσανε στη λίγη σάρκα του.
Εκείνη η είδηση η χαρμόσυνη γέμισε μ’ αγαλλίαση
τη στοργική καρδιά του παπα-Χρύσανθου, μαζί και
όλη τη μονή. Όλη η Φανερωμένη γιόρταζε κρυφά τ’
αρραβωνιάσματα της Κασσιανής. Τον Μάρκο τον γνω-
ρίζαν δέκα χρόνους τώρα. Ήταν ο πιο πιστός και αφο-
σιωμένος φίλος του μοναστηριού πρόθυμος για την
κάθε δούλεψη. Αγάπαγε τον παπα-Χρύσανθο όπως
παιδάκι τον πατέρα του. Μα κι ο πνευματικός είχε –
θαρρείς– μια ιδιαίτερη στοργή για ̓κείνη τη βασανισμέ-
νη, αγαθή ψυχή και τ’ ορφανό, την Κασσιανούλα του,
που το ̓σωσε μια μέρα από τη θάλασσα. Ο Μάρκος δεν
το χόρταινε να διαλαλεί παντού ̓κείνη την ιστορία του
~14~
MAKETA AGAPHSE ME.qxp_Layout 1 10/11/16 3:13 μ.μ. Page 14


σωσμού, που ̓χε αλλάξει τη ζωή του ολάκερη. Μα ο
παπα-Χρύσανθος τον μάλωνε κι ο Μάρκος σώπαινε
αναγκαστικά κι έκανε όλα τα «ευχαριστώ» του τάμα-
τα και μαστορέματα στην Παναγία τη Φανερωμένη,
που του φανέρωκε, όπως έλεγε, τη χάρη της.
Την Κυριακή μετά τ’ αρραβωνιάσματα, τους καρ-
τερούσανε μ’ ανυπομονησία στη μονή, την Κασσιανή
και την καινούργια πια φαμίλια της.
Ήτανε όλα όπως τα είχε ιστορήσει ο ψαράς. Οι δυο
γονείς, ο Ανέστης και η κυρα-Λεμονιά, είχαν απάνω
τους όλη την τιμιότητα και την ευλάβεια της λεβεντο-
γέννας Κρήτης τους. Η Κασσιανούλα έλαμπε όπως η
Πούλια το πρωί. Πλάι ο Σήφης, λεβεντόκορμος, ψηλός
σαν το ελάτι στο βουνό, με βλέμμα καθαρό και ήμερο,
έμοιαζε με τον άγγελο τον Μιχαήλ που ̓χαν ζωγραφι-
σμένο ολόσωμο στην πόρτα του Ιερού.
Ο παπα-Χρύσανθος τους καλωσόρισε στ’ αρχοντα-
ρίκι της μονής. Σκύψαν σεβαστικά και του φιλήσανε το
χέρι του.
«Να ̓χουμε την ευχή σου, άγιε γέροντα!», είπε ο
κυρ-Ανέστης με ευλάβεια. «Μας είπε ο Μάρκος τι έκα-
μες για το κορίτσι μας. Σ’ ευχαριστούμε όλοι μας με
όλη μας την μπόρεση».
&l

Γράψτε μια αξιολόγηση

Σημείωση: η HTML δεν επεξεργάζεται!
Κακή Καλή
Captcha
12,00€
  • Προσωρινά Εξαντλημένο: Διαθέσιμο
  • ISBN: 9789609550895
  • MPN: 9789609550895
Προβολές Προϊόντος: 3
Τα cookies μας βοηθούν να σας παρέχουμε καλύτερες υπηρεσίες. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies.